Νέα και άρθρα
Μαρ 01
Γιώργος Κιουρτίδης

Συνέντευξη με τον Γιώργο Κιουρτίδη

Υπάρχουν συγγραφείς που, ακόμα κι όταν αλλάζουν είδος, κρατούν  σταθερή τη φωνή τους — σαν ένα νήμα που ενώνει την ποίηση με την πεζογραφία, τον στίχο με το μυθιστόρημα, το διήγημα με την πιο εσωτερική εξομολόγηση.

Στη σημερινή μας συνέντευξη έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε τον Γιώργο Κιουρτίδη, έναν δημιουργό που κινείται με φυσικότητα ανάμεσα στις λέξεις και τις σιωπές τους, χτίζοντας κόσμους άλλοτε συμπυκνωμένους και άλλοτε αφηγηματικά ανοιχτούς. Μιλήσαμε για τις αφετηρίες του, για τη σχέση του με τους ήρωες και τις εικόνες του, αλλά και για το τι τον οδηγεί κάθε φορά να επιλέξει ποίηση, διήγημα ή μυθιστόρημα.

Ακολουθεί η κουβέντα μας — ανθρώπινη, ειλικρινής και γεμάτη λέξεις που μένουν.

  1. Γιώργο, ποια ήταν η πρώτη στιγμή που κατάλαβες ότι η γραφή δεν είναι απλώς προσωπικό ενδιαφέρον, αλλά “ανάγκη”; Τι την πυροδότησε;
    Θυμάμαι τον εαυτό μου πάντοτε να γράφει. Μόνο που τίποτα από όλα τα γραπτά μου δεν κρατούσα. Τα πετούσα! Το 2002, τα Χριστούγεννα, έγραψα ένα ποίημα με τον τίτλο: Προικισμένη γη. Αφορούσε την εισβολή στο Ιράκ. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Αλεξανδρούπολης «Η ΓΝΩΜΗ» τον Φεβρουάριο του 2003 και αποδείχθηκε προφητικό, αφού η εισβολή στο Ιράκ πραγματοποιήθηκε τον Μάρτη του 2003. Το ποίημα είχε πολύ μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό. Έκτοτε, ό,τι έγραφα το κρατούσα πλέον και έτσι ξεκίνησε η συγγραφική μου πορεία. Αυτό ήταν που πυροδότησε το ξεκίνημα της λογοτεχνικής μου πορείας. Αυτό το ποίημα μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω πως η γραφή και ειδικότερα η ποίηση ήταν πάντοτε η ανάσα μου!

  2. Οι τίτλοι των βιβλίων σου είναι έντονα συμβολικοί (π.χ. Αμητός, Λέξεις από Αίμα, Υακίνθη). Πώς γεννιέται ένας τίτλος; Έρχεται στην αρχή ή στο τέλος;
    Ο τίτλος ενός βιβλίου ή ενός ποιήματος θεωρώ πως είναι πολύ σημαντικός. Πρέπει να είναι σύντομος, λιτός και εύηχος. Να δίνει δύναμη στο κείμενο ή στο ποίημα. Να προσθέτει! Συνήθως, τον τίτλο δεν τον γνωρίζω από την αρχή. Συμπληρώνει το ποίημα ή το πεζογράφημα, αφού ολοκληρωθεί όλο το κείμενο ή το έργο. Αν πάλι είναι γνωστός ο τίτλος από την αρχή, ακόμα καλύτερα. Γίνεται οδηγός —κατά κάποιον τρόπο— του κειμένου ή του έργου.

  3. Στο Αμητός διαβάζουμε για μια κατάδυση “στα θεμέλια της ψυχής”. Ποιες αλήθειες αναζητάς μέσα από την ποίησή σου;
    Αναζητώ, με την ποίησή μου, τη δική μου αλήθεια. Ψάχνω στα θεμέλια της ψυχής μου τον εαυτό μου. Να γνωρίσω μέσα από τις αλήθειές μου τον άλλο μου εαυτό. Να κάνω βήματα μέσα μου για μια ψυχική ανάταση. Να συναντήσω το φως! Για μια ολοκλήρωση της ύπαρξής μου.

  1. Πώς δουλεύεις πρακτικά ένα κείμενο; Είσαι άνθρωπος της πειθαρχίας (σταθερό πρόγραμμα) ή της έμπνευσης (κύματα γραφής);
    Γράφω, όλες τις ώρες και παντού. Μόνο όμως όταν έχω να πω κάτι. Με τα  χρόνια, έμαθα να μην εκβιάζω τις καταστάσεις. Όταν δεν έχω  κάποια έμπνευση δεν γράφω. Το αποφεύγω. Τα κείμενα, πεζά ή ποιήματα που δεν είναι εμπνευσμένα, δεν έχουν ψυχή. Είναι νεκρά. Τα εμπνευσμένα κείμενα, έχουν δύναμη, φτεροκοπούν!
  1. Ποια είναι η σχέση σου με την “επιμέλεια” του εαυτού σου; Πόσες φορές ξαναγράφεται ένα ποίημα ή ένα κεφάλαιο μέχρι να το αφήσεις να φύγει;
     Διορθώσεις γίνονται πάντοτε. Μέχρι να εκδοθεί ένα έργο -είτε είναι ποίηση, είτε πεζογράφημα, δεν θεωρείται -για μένα- έτοιμο, ολοκληρωμένο, και συνεχώς διορθώνεται. Προσωπικά κάνω τουλάχιστον πέντε διορθώσεις πριν στείλω το έργο μου για έκδοση. Και φυσικά, όταν μπει το έργο στη διαδικασία της έκδοσης, ακολουθούν άλλες τρεις διορθώσεις από τον εκδοτικό οίκο. Κάποιες φορές, ειδικά στα ποιήματα, μπορεί να μην χρειασθεί ιδιαίτερη διόρθωση. Να γραφεί ένα ποίημα με μια ανάσα και η διόρθωση να είναι απειροελάχιστη. Συνήθως, όμως, κάποια λέξη πρέπει να αφαιρεθεί ή να αντικατασταθεί. Επίσης, ίσως κάπου να πάσχει ο ρυθμός του ποιήματος, ή κάποια φράση ή λέξη να μην λειτουργεί στο όλο κείμενο ή ποίημα και να το καταστρέφει όλο. Τότε απαιτείται διόρθωση. Προχειρότητες δεν μπορώ να δεχθώ από κανέναν. Και πρώτα από όλα από τον εαυτό μου. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που έχω γράψει και το δοκίμιο:΄΄Η δύναμη των λέξεων΄΄που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οσελότος, και αφορά την ποιότητα της γραφής.
  1. Υπάρχει κάποιο επαναλαμβανόμενο μοτίβο/θέμα που επιστρέφει στα έργα σου χωρίς να το επιδιώκεις; (π.χ. μνήμη, απώλεια, ενοχή, λύτρωση, σιωπή, χρόνος)
    Η ύπαρξη, ο έρωτας, ο θάνατος, η μοναξιά, η σιωπή, ο χρόνος, η απώλεια, η αλήθεια, το ψέμα, η υποκρισία, και όχι μόνο αυτά, είναι κάποια από τα θέματα που με απασχολούν και γράφω. Είναι φυσικό επακόλουθο, να συναντάει κάποιος συχνά αυτά τα θέματα στα βιβλία μου.
  1. Τι ρόλο παίζει ο τόπος στη γραφή σου; Ο Έβρος ως αφετηρία και η Αθήνα ως καθημερινότητα πώς “γράφονται” μέσα σου;
    Ο τόπος, έχει μνήμες. Θυμάται! Σε στοιχειώνει. Ο δικός μου τόπος, το χωριό μου, η ιδιαίτερη πατρίδα μου -ο Έβρος, είναι μέσα μου. Είναι οι μνήμες μου. Και όπως γράφω: πατρίδα είναι μνήμες! Μα κι εδώ, στην Αθήνα που ζω, πάνω από 30 χρόνια, είναι κι αυτός, τόπος μου! Είναι η ζωή μου. Η καθημερινότητά μου. Σίγουρα, ο τόπος αφήνει πάνω μας την ανάσα του. Ανασαίνει μαζί μας! Μας ακολουθεί σε όλα τα βήματά μας. Και επόμενο είναι, αυτό να αποτυπώνεται, στα γραφτά ενός συγγραφέα.
  1. Έχεις κάνει ομιλίες και δράσεις σε συλλόγους/σχολεία. Τι σου έχει μάθει η επαφή με το κοινό για το πώς “διαβάζεται” η λογοτεχνία σήμερα;
    Η χώρα μας έχει πολύ μικρό αναγνωστικό κοινό. Οι Έλληνες, δυστυχώς, δεν διαβάζουν. Είμαστε ένας λαός που τα ξέρει όλα. Οι προσπάθειες, για τη φιλαναγνωσία, με τις λέσχες, τις βιβλιοθήκες και μέσα από τα σχολεία, είναι σημαντικές. Δεν φθάνουν όμως. Το αναγνωστικό κοινό, δεν είναι εκπαιδευμένο στην επιλογή ποιοτικών βιβλίων. Και όπως γράφω στη «Δύναμη των λέξεων» (σας το μεταφέρω αυτούσιο):  […] Δυστυχώς, διαπιστώνουμε καθημερινά, την αναρίθμητη ποσότητα κακών βιβλίων που κατακλύζει την αγορά. Βιβλία κακόγουστα, κακογραμμένα, τα οποία ιδιοποιούνται τον χρόνο, το χρήμα και την προσοχή του αναγνωστικού κοινού. Δεν είναι μόνο ανώφελα αλλά και σε μεγάλο βαθμό επιβλαβή. Σε όλο αυτό το συγγραφικό σκουπιδαριό συνεργούν συγγραφείς, εκδότες, κριτικοί (και φυσικά… τη σημερινή εποχή και τα ΜΜΕ που τα προβάλλουν) και παρασύρουν το απαίδευτο αναγνωστικό κοινό. Γι’ αυτό και ύστερα από ελάχιστο χρόνο, κανείς δεν θυμάται από αυτό το συγγραφικό σκουπιδαριό τίποτα. […]
  1. Πώς σε επηρέασε το γεγονός ότι η βασική σου σπουδή/εργασία είναι εκτός λογοτεχνίας (οικονομικά); Σου έδωσε δομή ή σου γέννησε αντίδραση/αντιστάθμισμα μέσω της τέχνης;
    Οι βασικές μου σπουδές, τα οικονομικά, με βοήθησαν βιοποριστικά. Στη συγγραφή, δεν έπαιξαν κανένα ρόλο. Ούτε θετικό, ούτε αρνητικό. Για μένα, τα βασικά στοιχεία που παίζουν ρόλο στο ποιοτικό αποτέλεσμα του έργου ενός συγγραφέα, είναι: το ταλέντο της γραφής, η έμπνευση ,τα επίκτητα στοιχεία μάθησης(σπουδές, διάβασμα, τεχνικές γραφής) και σε μεγάλο βαθμό η πολλή πολλή δουλειά.
  1. Ποιο βιβλίο σου θεωρείς «κλειδί» για να γνωρίσει κάποιος το ύφος σου; Και γιατί αυτό;
    Από ένα σημείο και μετά, ο λογοτέχνης, ο ποιητής, αποκτά τη δική του φωνή. Το δικό του ύφος, τη δική του ταυτότητα. Νομίζω, διαβάζοντας κάποιος τα έργα μου, θα διακρίνει σχετικά νωρίς -και σε όλα τα έργα μου-, τη «λογοτεχνική μου φωνή», το δικό μου ύφος. Επομένως και στα είκοσι ένα (21) βιβλία μου θα βρει κάποιος στοιχεία της ταυτότητάς μου. Θεωρώ πως, για να γνωρίσεις έναν συγγραφέα ,θα πρέπει να διαβάσεις όλο το έργο του. Να δεις τα συγγραφικά του βήματα. Τα δικά μου συγγραφικά βήματα, στόχευαν πάντοτε στην ποιότητα της γραφής. Δεν αφέθηκαν σε προχειρότητες. Συνέπεια όλων αυτών, ήταν το δοκίμιο «Η δύναμη των λέξεων» από τις εκδόσεις Οσελότος, που αποτελεί και το επιστέγασμα όλης της συγγραφικής μου πορείας. Μέσα στις σελίδες αυτού του δοκιμίου υπάρχουν τα «κλειδιά», του λογοτεχνικού και ποιητικού μου ύφους.
  1. Υπάρχει μια φράση/στίχος από το έργο σου που σε εκφράζει; Θέλεις να τον μοιραστείς και να μας πεις τι σημαίνει για σένα;
    Είναι πολλές οι φράσεις και οι στίχοι που θα μπορούσα να αναφερθώ. Συνήθως αποφεύγω να ερμηνεύω τα ποιήματά μου. Αφήνω τον κάθε αναγνώστη να δώσει τη δική του ερμηνεία, από τη δική του οπτική και κριτική ματιά. Αυτή είναι εξάλλου και η μαγεία της ποίησης. Θα αναφερθώ λοιπόν σε έναν στοχασμό από την ποιητική συλλογή «Αγάπανθοι». Γράφω:
    Να κρατάτε
    πάντα πρόχειρο
    στην άκρη των χειλιών
    το «ευχαριστώ».
    Και να το ξοδεύετε!
    Γεννάει ανθρώπους.
    Είναι σημαντικό, για μένα, να ξοδεύει κάποιος το χαμόγελό του στους συνανθρώπους του. Και φυσικά, το πιστεύω, γεννάει ανθρώπους!

  1. Ποιους δημιουργούς (Έλληνες ή ξένους) νιώθεις “συγγενείς”; Όχι απαραίτητα ως επιρροές, αλλά ως εσωτερική συγγένεια.
    Διάβαζα και διαβάζω πολύ. Η φιλοσοφία, η ποίηση, η κλασική ελληνική γραμματεία ήταν και συνεχίζουν να είναι συντροφιά μου. «Συγγενείς» δεν θα το έλεγα πως υπάρχουν, δεδομένου ότι με τα χρόνια ο κάθε λογοτέχνης-ποιητής αποκτά τη δική του φωνή, το δικό του ύφος, την ταυτότητά του. Γίνεται μια ξεχωριστή λογοτεχνική φωνή! Λογοτέχνες και ποιητές, όπως: ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Λειβαδίτης, ο Καρούζος, ο Βενέζης, ο Καζαντζάκης, ο Θεοτόκης, ο Τερζάκης, ο Νίτσε, ο Σοπενχάουερ, ο Πάουντ, ο Έλιοτ, ο Βαλερύ και τόσοι άλλοι σημαντικοί, μοίρασαν φως στην ανθρωπότητα. Αυτό το φως χάραξε πνευματικούς δρόμους. Και πολύ περισσότερο άγγιξε τους λογοτέχνες, τους ποιητές.

  2. Τι σε φοβίζει περισσότερο στη γραφή και τι σε απελευθερώνει περισσότερο; (π.χ. η σιωπή πριν την πρώτη λέξη, η έκθεση, η αλήθεια)
    Με απελευθερώνει η ίδια η γραφή. Δεν με φοβίζει κάτι. Παλαιότερα, με ανησυχούσαν οι άγονες εποχές —που έρχονται σε κάθε συγγραφέα— και που τελματώνει το μυαλό και δεν γεννάει ούτε μια λέξη, θαρρείς και στερεύει. Αυτή η κατάσταση στα πρώτα χρόνια της συγγραφικής μου διαδρομής με γέμιζε ανησυχία μήπως και δεν μπορέσω να ξαναγράψω. Όμως η έμπνευση ξαναρχόταν και πάλι κάποια στιγμή. Με τον καιρό, έμαθα να διαχειρίζομαι —χωρίς ανησυχία και άγχος— αυτήν την τελματώδη κατάσταση της σκέψης.

  3. Τι ετοιμάζεις στη συνέχεια;
    Αυτή την εποχή ασχολούμαι —συγχρόνως— με αρκετά πράγματα. Γράφω τρία διαφορετικά είδη λογοτεχνίας: μια ποιητική συλλογή, μια συλλογή διηγημάτων και ένα δοκίμιο. Ελπίζω πως σε κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα θ’ αρχίσουν, ένα-ένα, αυτά τα έργα να ολοκληρώνονται.

  4. Πόσο εύκολο είναι να γράφει ένας συγγραφέας διαφορετικά είδη λογοτεχνίας, όπως ποίηση και πεζό; Υπάρχει διαφορά στον ψυχικό του κόσμο ανάλογα με το είδος γραφής;
    Είναι εύκολο να ασχολούμαι με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και μου αρέσει. Πάντοτε έλεγα πως η ποίηση, για μένα, είναι έρωτας και η πεζογραφία μια απιστία στον έρωτά μου. Όσο για τις διαφορές, είναι σημαντικές. Ο ποιητής, όταν γράφει ένα ποίημα, διαλύεται. Βγάζει από τα σπλάχνα του τις αλήθειές του. Ο πεζογράφος περιγράφει μυθοπλαστικές καταστάσεις και πλοκές. Έχουν μεγάλη διαφορά οι οπτικές τους. Σε ένα πρόσφατο ποίημά μου γράφω:
    Ο πεζογράφος
    βλέπει τον ορίζοντα.
    Ο ποιητής
    βλέπει πίσω από τον ορίζοντα.

  1. Γιώργο, γνωριζόμαστε από τα πρώτα χρόνια των Εκδόσεων Οσελότος και έχουμε διανύσει μαζί μια όμορφη διαδρομή. Κοιτάζοντας πίσω, τι θυμάσαι πιο έντονα από εκείνα τα πρώτα βήματα και πώς νιώθεις ότι εξελίχθηκε μέσα στα χρόνια τόσο η δική σου συγγραφική πορεία όσο και η σχέση σου με τον Οσελότο;
    Ο Οσελότος πίστεψε σε μένα από την αρχή. Η συνεργασία μας, τόσα χρόνια, είναι έντιμη, με αμοιβαίο σεβασμό και εκτίμηση. Το αποτέλεσμα από αυτή την άψογη συνεργασία είναι τα ποιοτικά βιβλία που παραδίδουμε στο αναγνωστικό κοινό.

Γιώργο, σε ευχαριστούμε θερμά για τον χρόνο σου και για τις απαντήσεις που αφήνουν χώρο στον αναγνώστη να σκεφτεί, να νιώσει και να επιστρέψει στα βιβλία με άλλη ματιά.

Αν διαβάζεις κι εσύ αυτή τη συνέντευξη, γράψε μας στα σχόλια: ποια φράση ή ποια σκέψη του Γιώργου Κιουρτίδη σε άγγιξε περισσότερο; Κι αν θέλεις, μοιράσου μαζί μας ποιο έργο του θα επέλεγες για να ξεκινήσεις — ποίηση, διήγημα ή μυθιστόρημα.

Μείνετε συντονισμένοι στο blog μας για περισσότερες συζητήσεις με δημιουργούς που αγαπούν τη λογοτεχνία όπως την αγαπάμε κι εμείς.

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *